Είναι σαν αυτό που λέμε ότι «τέτοια γίνονται κάθε εκατό χρόνια». Η γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή, που έχει 650 βουλευτές, ψήφισε σύσσωμη την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων και των λοιπών χριστιανικών λαών της Ανατολής από τους Τούρκους, αναγνωρίζοντας κατά κάποιον τρόπο τη συνενοχή της σε εκείνο το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.
Το ψήφισμα εγκρίθηκε από το σύνολο των βουλευτών ενώ η αρνητική ψήφος ήταν μόνο ΜΙΑ.
Η αναγνώριση έχει κεφαλαιώδη σημασία, όχι μόνο λόγω της βαρύτητας που έχει αποκτήσει και πάλι, μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους, η Γερμανία στα πολιτικά πράγματα της Ευρώπης, αλλά κυρίως γιατί όταν αναγνωρίζει ο συνένοχος το έγκλημα, είναι πλέον εξαιρετικά δύσκολο στον ένοχο να συνεχίζει την πολιτική της άρνησης και της εφαρμογής της γενοκτονίας με άλλα μέσα, όσο κι αν υπάρχουν πολιτικά απόβλητα τύπου Φίλη και ΣΙΑς, που κάνουν πιο εύκολο το έργο των γενοκτόνων.
Στο σημείο αυτό, ως Έλληνες, θα πρέπει να προβληματιστούμε επιτέλους σοβαρά και δημιουργικά, για την πορεία που έλαβε το ζήτημα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας για τους Αρμενίους και για τους Έλληνες.
Οι Αρμένιοι, από την επομένη της υπογραφής της Συνθήκης Ανακωχής του Μούδρου (30 Οκτωβρίου 1918), έδειξαν πολύ μεγαλύτερη γεωπολιτική οξυδέρκεια αλλά και πατριωτισμό απ’ ό,τι εμείς οι Έλληνες. Αποφάσισαν να δείξουν στον ίδιο τους τον γενοκτονημένο λαό, αλλά και στη διεθνή κοινότητα, πρώτον ότι δεν θα ανεχτούν ξανά πολιτικές γενοκτονίας, και δεύτερον ότι θα δώσουν τον αγώνα για τη δικαίωση.
Ως αποτέλεσμα, την επομένη του Μούδρου κατάρτισαν το Σχέδιο «Νέμεσις», το οποίο δεν έμεινε στα χαρτιά. Αρμένιοι αγωνιστές εκτέλεσαν τους 25 πρωταίτιους της Γενοκτονίας, ενώ τον 26ο τον κρέμασε ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ, για δικούς του λόγους.
Στη συνέχεια, δουλεύοντας ακατάπαυστα και χωρίς τη βοήθεια του κράτους, αφού η Αρμενία αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο κράτος μόλις το 1991, κατόρθωσαν να κάνουν παγκοσμίως γνωστό το θέμα της Γενοκτονίας των Αρμενίων και να πετύχουν σταδιακά την αναγνώρισή της από 28 κράτη, ανάμεσα στα οποία η Γαλλία, η Ρωσία και ο Καναδάς.
Επιστέγασμα της στρατηγικής που ακολούθησαν με συνέπεια οι Αρμένιοι (δεξιοί, κεντρώοι και αριστεροί), ήταν η προχθεσινή αναγνώριση από το σύνολο των βουλευτών της Ομοσπονδιακής Βουλής της Γερμανίας, που σημαίνει το ίδιο το πολιτικό σύστημα της ευρωπαϊκής υπερδύναμης.
Όσο για την εξαίρεση, ή μάλλον για την αποφυγή της σαφούς αναφοράς στη Γενοκτονία των Ελλήνων της Θράκης, του Πόντου και της Ανατολής από τη Γερμανία, θα ήταν τραγικό λάθος να αρχίσουμε να αναζητούμε τους υπεύθυνους στην… κακή Γερμανία. Αρκετά την χρησιμοποίησε ο κάθε τυχάρπαστος πολιτικάντης ως άλλοθι είτε για να κρύψει τα δικά του λάθη είτε για να υφαρπάξει την εξουσία, και ως «γερμανοραγιάς» να κάνει χειρότερα από τους προηγούμενους «γερμανοτσολιάδες».
Η εξαίρεση θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και των ελληνικών κοινοτήτων που ζουν στο εξωτερικό, αφενός μεν για να εντοπίσουμε τα λάθη που κάναμε και να αντλήσουμε τα κατάλληλα διδάγματα, αφετέρου και συναφώς για να σχεδιάσουμε τη στρατηγική μας από τούδε και στο εξής. Και δεν μιλάμε για στρατηγική μόνο για το ζήτημα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας όλων των Ελλήνων της καθ’ ημάς Ανατολής, αλλά για το ζήτημα της επιβίωσης της Κύπρου, της Ελλάδας αλλά και του ίδιου του ελληνικού έθνους, γιατί αυτό προς το παρόν υπάρχει, όσο και αν ανατριχιάζουν κάποιοι με το άκουσμα της λέξης.
Και για να επανακαθορίσουμε το εθνικό μας δόγμα –μέρος του οποίου είναι η στρατηγική για τη διεθνοποίηση και αναγνώριση της Γενοκτονίας–, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τα θεμέλια.
Ένα από τα θεμέλια της σύγχρονης Ελλάδας είναι η Συνθήκη της Λοζάνης, την οποία υπογράψαμε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή στην ομώνυμη ελβετική πόλη, στις 24 Ιουλίου 1923.
Τη στιγμή που όλοι θα περίμεναν εκεί να γίνει συζήτηση και να συμπεριληφθεί η αναφορά στις σφαγές και την εξάλειψη του ελληνισμού από τα εδάφη τής καθ’ ημάς Ανατολής, που έγινε βάσει σχεδίου των Νεότουρκων, που συνέχισε να εφαρμόζει με… απαράμιλλη βαρβαρότητα ο Μουσταφά Κεμάλ, πρότυπο και δάσκαλος του Χίτλερ, η ελληνική αντιπροσωπεία μάλλον αποκοιμήθηκε, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι, εκεί που μας έσφαξαν, να μας ζητάνε και τα ρέστα.
Στο άρθρο 59 της προρρηθείσης συνθήκης αναφέρεται ότι «Η Ελλάς αναγνωρίζει την υποχρέωσιν αυτής όπως επανορθώση τας προξενηθείσας εν Ανατολία ζημίας εκ πράξεων του ελληνικού στρατού ή της ελληνικής διοικήσεως αντιθέτων προς τους νόμους του πολέμου», ενώ δεν υπάρχει ούτε λέξη, καμία αναφορά στη Γενοκτονία, τη στιγμή που ήδη υπήρχε τυπωμένη η Μαύρη Βίβλος, με καταγεγραμμένα τα θύματα, δηλαδή τους 353.000 νεκρούς Έλληνες του Πόντου και το ένα εκατομμύριο Έλληνες της Θράκης και της Ανατολής.
Γι’ αυτό συνεχίζουν την πολιτική της Γενοκτονίας οι Τούρκοι. Βρήκαν και τα κάνουν…
Τα σχόλια είναι κλειστά.