Ο Γέροντας έσκυψε το κεφάλι του στο μέρος της καρδιάς και προσεύχονταν. Ο τόπος γέμισε ευωδιά και ο παπα-Εφραίμ τους είπε πώς επειδή δεν μπορούσε ο ίδιος να το εξηγήσει παρακάλεσε τον Θεό να απαντήσει στους συνομιλητές.
Πάει. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», βάζει το καλάθι στη βρύση από κάτω. Το νερό γιομίζει το καλάθι, δεν τρέχει το καλάθι, αλλά λέει την ευχή.
Έξω αυτή η Γερόντισσα, να πούμε, δεν αναφέρω τ’ όνομα της. Καρκίνο, εγχειρήσεις, τούτο, εκείνο, αυτό, κι όμως προσευχομένη είδε την Παναγία στον θρόνο της. (περισσότερα…)