Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίγος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους… (περισσότερα…)
Την εποχή κατά την οποία η ελονοσία μάστιζε τον κόσμο, βγήκα μια φεγγαρόλουστη νύχτα προς νερού μου. Βλέπω μπρος στα χαλάσματα του σπιτιού μας γέροντα με ψάθινο σκουφάκι να μαζεύει σκουπίδια και κάθε άχρηστο και βρώμικο πράγμα.
Να προσεύχεσαι, πάτερ, για ν’ ανακουφιστώ λίγο από το φοβερό αυτό πόλεμο.Ο γέροντας νηστεύει, αγρυπνά, προσεύχεται θερμά για το παιδί του, βάζει και άλλους να προσεύχονται παράλληλα. Κατά την εβδομάδα ρωτά το νεαρό
Δεν ξέρω, Αββά μου, να έχω κάνει ποτέ κανένα καλό. Κάθε πρωί σηκώνομαι, κάνω την προσευχή μου κι’ αρχίζω τη δουλειά μου. Λέω όμως πρώτα στο λογισμό μου