Η απάντηση τού Ζώντος Θεού στον γέροντα Σοφρώνιο, όταν εκείνος ρώτησε: «γιατί ο Θεός επιτρέπει την αδικία στον κόσμο;», ήταν μια αποκάλυψη τών ιδίων τών υπευθύνων αυτής τής κατάστασης:
Τις παραμονές των χριστιανικών γιορτών μαζί με τα παιδιά του χωριού έτρεχε στα κάλαντα παίζοντας με την φλογέρα του. Το σπίτι που έμεναν ήταν ένας σταύλος. Εκεί τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων –μετά τα κάλαντα– και αφού είχε…
Κόρη μου, τι κλαις και τι στενάζεις; Τι σου συμβαίνει; Έλα και καμιά φορά χωρίς δάκρυα. - Αχ, Γέροντά μου, έρχομαι γιατί στο πρόσωπό σου βλέπω πατέρα στοργικό που δεν γνώρισα. Είχα και δεν είχα πατέρα. Ήμουν στο χωριό βοσκοπούλα.
Προχώρησε λίγο παρά πέρα. Του δείχνει έναν άνθρωπο να στέκεται πάνω σε λάκκο, να βγάζει νερό απ΄αυτόν και να το ρίχνει σε μια δεξαμενή που ήταν όλο τρύπες και έπεφτε το ίδιο το νερό πάλι στον λάκκο.
Μπαίνει μέσα ο άρχοντας και λέει στον Γέροντα: «Προσευχήσου για μένα, αββά, γιατί έχω πολλές αμαρτίες». «Μόνο ο Ιησούς Χριστός είναι αναμάρτητος» αποκρίνεται ο Γέροντας
Άπό τότε έλεγε ότι θά προσευχηθεί στον Θεό, γιά νά του δείξει πώς ζουν οί δίκαιοι καί πώς ζουν οί άνθρωποι οί οποίοι πάνε στην Κόλαση, δηλαδή εκείνοι πού σώζονται καί εκείνοι πού βρίσκονται μακριά άπό τή Χάρη του Θεού.